απρόσκοπτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική απρόσκοπτος απρόσκοπτη απρόσκοπτο
γενική απρόσκοπτου απρόσκοπτης απρόσκοπτου
αιτιατική απρόσκοπτο απρόσκοπτη απρόσκοπτο
κλητική απρόσκοπτε απρόσκοπτη απρόσκοπτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απρόσκοπτοι απρόσκοπτες απρόσκοπτα
γενική απρόσκοπτων απρόσκοπτων απρόσκοπτων
αιτιατική απρόσκοπτους απρόσκοπτες απρόσκοπτα
κλητική απρόσκοπτοι απρόσκοπτες απρόσκοπτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απρόσκοπτος < ελληνιστική κοινή ἀπρόσκοπτος (που δε συναντά εμπόδια) < α- στερητικό + προσκόπτω (σκοντάφτω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

απρόσκοπτος, -η, -ο

  1. που δεν συναντά προσκόμματα, ανενόχλητος, ανεμπόδιστος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]