απρόσωπο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

απρόσωπο

  1. απρόσωπος, στην αιτιατική του ενικού
  2. ουδέτερο του απρόσωπος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού

(γραμ.)Ορισμένα ρήματα χρησιμοποιούνται στο τρίτο ενικό πρόσωπο και δεν έχουν υποκείμενο πρόσωπο ή πράγμα ή αντωνυμία που να υπάρχει ή να εννοείται, όταν έχουν παθητική σημασία, όπως «νίφει». Με ενεργητική όμως σημασία ως υποκείμενο παίρνουν μια πρόταση, που αρχίζει με τις λέξεις να, ότι, πως (δηλ. τελική ή ειδική πρόταση). Για παράδειγμα, πρέπει, δοκεί, χρη κ.α.