απωθημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική απωθημένος απωθημένη απωθημένο
γενική απωθημένου απωθημένης απωθημένου
αιτιατική απωθημένο απωθημένη απωθημένο
κλητική απωθημένε απωθημένη απωθημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απωθημένοι απωθημένες απωθημένα
γενική απωθημένων απωθημένων απωθημένων
αιτιατική απωθημένους απωθημένες απωθημένα
κλητική απωθημένοι απωθημένες απωθημένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απωθημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος απωθώ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

απωθημένος

  1. που τον έχουμε απωθήσει
  2. απωθημένα: καταπιεσμένες επιθυμίες, βιώματα, συναισθήματα, τάσεις οι οποίες έχουν μετατοπιστεί στο υποσυνείδητο κάποιου, εξακολουθούν όμως να τον επηρεάζουν


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]