απόβλητο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απόβλητο απόβλητα
γενική αποβλήτου αποβλήτων
αιτιατική απόβλητο απόβλητα
κλητική απόβλητο απόβλητα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απόβλητο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου: απόβλητος < αποβάλλω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απόβλητο ουδέτερο

  1. (συχνότερα στον πληθυντικό) οποιοδήποτε αντικείμενο ή ουσία είναι ανεπιθύμητο, περιττό ή άχρηστο ή επικίνδυνο και απομακρύνεται ως τέτοιο από το περιβάλλον στο οποίο αρχικά παράχθηκε
    τα στερεά και υγρά απόβλητα της βιομηχανικής επεξεργασίας δεν πρέπει να αποβάλλονται ανεξέλεγκτα


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

απόβλητο