απόγραφο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απόγραφο απόγραφα
γενική απογράφου απογράφων
αιτιατική απόγραφο απόγραφα
κλητική απόγραφο απόγραφα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απόγραφο < ελληνιστική κοινή ἀπόγραφον (σημασιολογικό δάνειο από αγγλική transcript)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απόγραφο ουδέτερο

  1. (λόγιο) αντίγραφο
  2. (κατ’ επέκταση) (νομικός όρος) επίσημο (επικυρωμένο) αντίγραφο μιας δικαστικής απόφασης

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]