απόζευξη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απόζευξη αποζεύξεις
γενική απόζευξης
& αποζεύξεως
αποζεύξεων
αιτιατική απόζευξη αποζεύξεις
κλητική απόζευξη αποζεύξεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απόζευξη < ελληνιστική κοινή ἀπόζευξις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απόζευξη θηλυκό

  1. (ηλεκτρολογία) η αποσύνδεση ενός ηλεκτρικού κυκλώματος, ώστε να υπάρξει διακοπή ρεύματος
  2. (λόγιο) το λύσιμο ενός ζώου από ζυγό
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ξέζεμα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]