απόκαρσις

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απόκαρσις < αποκείρω > από + κείρω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απόκαρσις θηλυκό

  1. η πράξη της κουράς
  2. (θρησ.) η τελετή κατά την οποία ο μέλλων να περιβληθεί το μοναχικό σχήμα αποκόπτεται σταυροειδώς την κόμην.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]