απόκοσμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

απόκοσμος < απο+κόσμος

Επίθετο[επεξεργασία]

απόκοσμος

  • αυτός που αποφεύγει την συναναστροφή με άλλους ανθρώπους, ο αντικοινωνικός

Μεταφράσεις[επεξεργασία]