απόληψη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απόληψη απολήψεις
γενική απόληψης
& απολήψεως
απολήψεων
αιτιατική απόληψη απολήψεις
κλητική απόληψη απολήψεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απόληψη < ελληνιστική κοινή ἀπόληψις < αρχαία ελληνική ἀπόλαμβάνω < λαμβάνω (2. (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική recover)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απόληψη θηλυκό

  1. η είσπραξη ενός μέρους απ’ το οφειλόμενο ποσό ή από το ποσό που έχει κάποιος σε ένα πιστωτικό ίδρυμα
  2. η λήψη ενός υλικού από κάποιο σωρό, μείγμα, κράμα ή πέτρωμα, μετά από σχετική επεξεργασία
    Σύμφωνα πάντα με την καταγγελία, το συμπύκνωμα πυριτών Ολυμπιάδας που αποθηκεύεται στη ΒΙ.ΠΕ. Σίνδου δηλώνεται ως «πρώτη ύλη για την παραγωγή διοξειδίου του θείου και θειικού οξέος» και αποκρύπτεται ότι εμπεριέχει χρυσό και άργυρο σε σημαντικές περιεκτικότητες και αποστέλλεται σε μεταλλουργίες της Κίνας για την απόληψη των πολύτιμων μετάλλων. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]