απόμαχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ἀπόμαχος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική απόμαχος απόμαχη απόμαχο
γενική απόμαχου απόμαχης απόμαχου
αιτιατική απόμαχο απόμαχη απόμαχο
κλητική απόμαχε απόμαχη απόμαχο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απόμαχοι απόμαχες απόμαχα
γενική απόμαχων απόμαχων απόμαχων
αιτιατική απόμαχους απόμαχες απόμαχα
κλητική απόμαχοι απόμαχες απόμαχα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απόμαχος < αρχαία ελληνική ἀπόμαχος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

απόμαχος, -η, -ο

  1. απόστρατος, βετεράνος, παλαίμαχος
  2. (κατ’ επέκταση) ο ηλικιωμένος, που έχει πια αποσυρθεί από την ενεργό υπηρεσία ή επαγγελματική ζωή
    συνώνυμα: παλαίμαχος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]