απόπειρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απόπειρα απόπειρες
γενική απόπειρας αποπειρών
αιτιατική απόπειρα απόπειρες
κλητική απόπειρα απόπειρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απόπειρα < αρχαία ελληνική ἀπόπειρα < ἀπό + πεῖρα ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική tentative)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ˈpɔ.pi.ɾa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απόπειρα θηλυκό

  1. προσπάθεια να κάνει κάποιος κάτι, η οποία όμως τελικά αποτυγχάνει, οπότε εκ των υστέρων χαρακτηρίζεται ως απόπειρα, η ατελέσφορη προσπάθεια
    απόπειρα αυτοκτονίας, ληστείας, φόνου ή ανθρωποκτονίας
    η αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας : πλεονασμός, αφού η απόπειρα ως λέξη εμπεριέχει την έννοια της αποτυχίας
    η απόπειρά τους να αντιμετωπίσουν την οικονομική κρίση αποτέλεσε παταγώδη αποτυχία
  2. δοκιμή, προσπάθεια που γίνεται εν γνώσει της πιθανής αποτυχίας και γι' αυτό χαρακτηρίζεται εκ προοιμίου απόπειρα
    Θα κάνω μια απόπειρα να το φτιάξω, αλλά μάλλον θα χρειαστούμε υδραυλικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]