απόρριψη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η απόρριψη οι απορρίψεις
      γενική της απόρριψης
& απορρίψεως
των απορρίψεων
    αιτιατική την απόρριψη τις απορρίψεις
     κλητική απόρριψη απορρίψεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

απόρριψη < από + ρίψη

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απόρριψη θηλυκό

  1. η άρνηση (κάποιου) να εγκρίνει, να αποδεχτεί (κάποιον/κάτι)
    απόρριψη πρότασης
  2. η αξιολόγηση κάποιου ως ακατάλληλου
    η απόρριψη του υποψηφίου
  3. (ιατρική) η αδυναμία του οργανισμού να αφομοιώσει ξένο σώμα ή ξένο ιστό
    απόρριψη μοσχεύματος
  4. το πέταμα (των απορριμάτων)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]