απόστημα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απόστημα αποστήματα
γενική αποστήματος αποστημάτων
αιτιατική απόστημα αποστήματα
κλητική απόστημα αποστήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απόστημα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απόστημα ουδέτερο

  1. (ιατρική): περιχαρακωμένη συλλογή φλεγμονώδους υγρού (πύου) σε οποιοδήποτε ιστό ή όργανο ενός ζώου
  2. (γεωμετρία): απόστημα χορδής: στην ευκλείδεια γεωμετρία απόστημα χορδής σε έναν κύκλο είναι η απόσταση του κέντρου του κύκλου από την χορδή

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]