απόφαση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : απόφανση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απόφαση αποφάσεις
γενική απόφασης
& αποφάσεως
αποφάσεων
αιτιατική απόφαση αποφάσεις
κλητική απόφαση αποφάσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απόφαση < αρχαία ελληνική ἀπόφασις < ἀποφαίνω < ἀπό + φαίνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ˈpɔ.fa.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απόφαση θηλυκό

  1. η ενέργεια του ρήματος αποφασίζω, η τελική κρίση στην οποία καταλήγει ένα άτομο ή συλλογικό όργανο σχετικά με το τι πρέπει να γίνει
  2. (συνεκδοχικά) το επίσημο έγγραφο με το οποίο δημοσιοποιείται ή καθίσταται εκτελεστή μια τέτοια επίσημη κρίση

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • το παίρνω απόφαση: παραδέχομαι ότι κάτι δεν μπορεί να αλλάξει και κανονίζω τη ζωή μου με αυτό το δεδομένο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]