απόχη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : αποχή

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απόχη απόχες
γενική απόχης αποχών
αιτιατική απόχη απόχες
κλητική απόχη απόχες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απόχη < μεσαιωνική ελληνική ἀπόχη < αρχαία ελληνική ὑποχή < ὑπέχω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απόχη θηλυκό

  1. εργαλείο αποτελούμενο από ένα κοντάρι το οποίο έχει στην άκρη μία στεφάνη με δίχτυ και χρησιμεύει για να πιάνουμε έντομα ή ψάρια

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]