από στήθους

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἀπό στήθους

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

από στήθους < (διαχρονικό) ελληνιστική κοινή ἀπὸ στήθους (Σωκράτης ὁ Σχολαστικός (Socrates Scholasticus), 4ος αιώνας κε, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, 7, 22, 6.) < ἀπό + γενική πτώση του στῆθοςδείτε τις λέξεις από και στήθος

Έκφραση[επεξεργασία]

από στήθους

Μεταφράσεις[επεξεργασία]