αράχνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αράχνη οι αράχνες
      γενική της αράχνης των αραχνών
    αιτιατική την αράχνη τις αράχνες
     κλητική αράχνη αράχνες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αράχνη < αρχαία ελληνική ἀράχνη

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ˈɾa.xni/
μια αράχνη

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αράχνη θηλυκό

  1. άπτερο ζωύφιο που πλέκει ιστό και ανήκει στα αρθρόποδα
    η αράχνη αναπνέει με πνεύμονες και έχει οκτώ πόδια
  2. (συνεκδοχικά) ιστός αράχνης

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • ως ιστός της αράχνης δεν χρησιμοποιείται κυριολεκτικά αλλά υπονοεί ότι υπάρχει αράχνη εκεί που είναι ο ιστός, καθώς οι αράχνες κατοικούν μέσα στον ιστό τους, και ποτέ δεν χρησιμοποιείται για να καθορίσει σχήμα ιστού αράχνης

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • πιάνω αράχνες: αραχνιάζω
    • έχω μείνει ακίνητος, ανενεργός για μεγάλο χρονικό διάστημα
    • (για το μέρος όπου ζω) δεν έχει καθαριστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]