Μετάβαση στο περιεχόμενο

αρένα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αρένα οι αρένες
      γενική της αρένας των αρένων
    αιτιατική την αρένα τις αρένες
     κλητική αρένα αρένες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Η αρένα του αμφιθεάτρου της Πούλα

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αρένα < ισπανική arena ή ιταλική arena ή γαλλική arène < λατινική arena / harena (άμμος) < *hasēna < ετρουσκική 𐌚𐌀𐌑𐌄𐌍𐌀 (faśena, άμμος, στάχτη)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αρένα θηλυκό

  1. χώρος (ενίοτε σκεπασμένος με άμμο) όπου διεξάγονται αγώνες ή θεάματα όπως μονομαχίες, ταυρομαχίες κ.λπ.
  2. (κατ’ επέκταση, μεταφορικά) κάθε τόπος έντονης αντιπαράθεσης ή ανταγωνισμού σε κοινωνικό, πολιτικό ή ιδεολογικό επίπεδο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]