αρέσκεια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αρέσκεια αρέσκειες
γενική αρέσκειας αρεσκειών
αιτιατική αρέσκεια αρέσκειες
κλητική αρέσκεια αρέσκειες
Στην γενική και αρεσκείας. Ο πληθυντικός είναι δύσχρηστος.

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρέσκεια < ελληνιστική κοινή ἀρέσκεια < ἀρεσκεύομαι < ἀρέσκω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αρέσκεια θηλυκό

  1. το να είναι κάτι ευχάριστο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]