αρέσκομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρέσκομαι < αρχαία ελληνική ἀρέσκομαι (ἀρέσκω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αρέσκομαι (μόνο στους εξακολουθητικούς χρόνους)

  1. (μεταβατικό) (+ να) μου αρέσει, αισθάνομαι ευχαρίστηση (να...)

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. αρέσκομαι αρεσκόμουν(α) θα αρέσκομαι να αρέσκομαι
β' ενικ. αρέσκεσαι αρεσκόσουν(α) θα αρέσκεσαι να αρέσκεσαι αρέσκου
γ' ενικ. αρέσκεται αρεσκόταν(ε) θα αρέσκεται να αρέσκεται
α' πληθ. αρεσκόμαστε αρεσκόμαστε
αρεσκόμασταν
θα αρεσκόμαστε να αρεσκόμαστε
β' πληθ. αρέσκεστε αρεσκόσαστε
αρεσκόσασταν
θα αρέσκεστε να αρέσκεστε αρέσκεστε
γ' πληθ. αρέσκονται αρέσκονταν
αρεσκόντουσαν
θα αρέσκονται να αρέσκονται

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]