αραγμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αραγμένος αραγμένη αραγμένο
γενική αραγμένου αραγμένης αραγμένου
αιτιατική αραγμένο αραγμένη αραγμένο
κλητική αραγμένε αραγμένη αραγμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αραγμένοι αραγμένες αραγμένα
γενική αραγμένων αραγμένων αραγμένων
αιτιατική αραγμένους αραγμένες αραγμένα
κλητική αραγμένοι αραγμένες αραγμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αραγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αράζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αραγμένος, -η, -ο

  1. που έχει αράξει
    τα πλοία είναι αραγμένα στο βάθος του κόλπου
  2. (μεταφορικά) που είναι καθισμένος και ήρεμος
    τον βρήκα αραγμένο στο καφενείο


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]