αραδιάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αραδιάζω < αράδα + -ιάζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αραδιάζω, πρτ.: αράδιαζα, στ.μέλλ.: θα αραδιάσω, αόρ.: αράδιασα, παθ.φωνή: αραδιάζομαι, μτχ.π.π.: αραδιασμένος

  1. τοποθετώ παρόμοια αντικείμενα σε μια σειρά
  2. (συνήθως μειωτικό) λέω με τη σειρά κάποια γεγονότα ή παραθέτω επιχειρήματα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]