αραιωτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική αραιωτικός αραιωτική αραιωτικό
γενική αραιωτικού αραιωτικής αραιωτικού
αιτιατική αραιωτικό αραιωτική αραιωτικό
κλητική αραιωτικέ αραιωτική αραιωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αραιωτικοί αραιωτικές αραιωτικά
γενική αραιωτικών αραιωτικών αραιωτικών
αιτιατική αραιωτικούς αραιωτικές αραιωτικά
κλητική αραιωτικοί αραιωτικές αραιωτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αραιωτικός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αραιωτικός

  1. αυτός που συντελεί στην αραίωση
  2. αυτός που προκαλεί αραίωση


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]