αραχίδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αραχίδα οι αραχίδες
      γενική της αραχίδας των αραχίδων
    αιτιατική την αραχίδα τις αραχίδες
     κλητική αραχίδα αραχίδες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αραχίδα < ἀραχίς < διεθνής επιστημονική ονομασία Arachis < ἀράχιδνα < ἄρακος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αραχίδα θηλυκό (βραζιλιάνικης αρχικής καταγωγής)

  1. το φυτό από το οποίο βγαίνουν τα αράπικα φιστίκια (Arachis L.), ποικιλία του λαθουριού
  2. το σπέρμα αυτού του φυτού που περιέχει δύο φιστίκια

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]