αργάτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αργάτης < μεσαιωνική ελληνική < ελληνιστική κοινή ἐργάτης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αργάτης αρσενικό

  1. (λαϊκό ή λογοτεχνικό) ο εργάτης
    Ο Θεός μου είναι ένας αργάτης που πεινάει... (Νίκος Καζαντζάκης)
  2. ανυψωτικό μηχάνημα, βαρούλκο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]