αργιλές

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αργιλές αργιλέδες
γενική αργιλέ αργιλέδων
αιτιατική αργιλέ αργιλέδες
κλητική αργιλέ αργιλέδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αργιλές < τουρκική nargile < περσική nārgīla نارگيل < σανσκριτική nārikela (नारिकेला)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αργιλές αρσενικό

  1. άλλη μορφή του ναργιλές