αργκοτικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αργκοτικός < (λόγιο δάνειο) γαλλική argotique + -ός < argot
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aɾ.ɡo.tiˈkos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : αρ‐γκο‐τι‐κός
Επίθετο
[επεξεργασία]αργκοτικός, -ή, -ό
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη αργκό
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- αργκοτικός - Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας