αργυρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: ἀργυρός, Αργυρός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αργυρός αργυρή αργυρό
γενική αργυρού αργυρής αργυρού
αιτιατική αργυρό αργυρή αργυρό
κλητική αργυρέ αργυρή αργυρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αργυροί αργυρές αργυρά
γενική αργυρών αργυρών αργυρών
αιτιατική αργυρούς αργυρές αργυρά
κλητική αργυροί αργυρές αργυρά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αργυρός < μεσαιωνική ελληνική ἀργυρός < αρχαία ελληνική ἀργυροῦς

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /aɾ.ʝiˈɾɔs/
τονικό παρώνυμο: άργυρος

Επίθετο[επεξεργασία]

αργυρός, -ή, -ό

  1. Ο κατασκευασμένος από άργυρο, ο ασημένιος
    αργυρό μετάλλιο
  2. (μεταφορικά) Ο όμοιος με ασημί χρώμα
    αργυρό φεγγάρι
  3. (καταχρηστικά) επάργυρος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]