αρειανός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Αρειανός, Ἀρειανός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αρειανός αρειανοί
γενική αρειανού αρειανών
αιτιατική αρειανό αρειανούς
κλητική αρειανέ αρειανοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. αρειανός < ελληνιστική κοινή Ἀρειανός
  2. αρειανός < Άρης + -ανός
  3. αρειανός < άρειος + -ανός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική Martian)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αρειανός αρσενικό

  1. (θρησκεία) οπαδός (της αίρεσης) του Αρείου
    Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές : αρειανιστής, άρειος
  2. (αθλητισμός) φίλαθλος ή οπαδός της ομάδας του Άρη
    Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές : αρειανιστής, άρειος
  3. (φανταστικός) κάτοικος του πλανήτη Άρη
    Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές : άρειος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αρειανός αρειανή αρειανό
γενική αρειανού αρειανής αρειανού
αιτιατική αρειανό αρειανή αρειανό
κλητική αρειανέ αρειανή αρειανό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αρειανοί αρειανές αρειανά
γενική αρειανών αρειανών αρειανών
αιτιατική αρειανούς αρειανές αρειανά
κλητική αρειανοί αρειανές αρειανά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. αρειανός < άρειος + -ανός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική martian)
  2. αρειανός < ελληνιστική κοινή Ἀρειανός
  3. αρειανός < Άρης + -ανός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αρειανός, -ή, -ό

  1. (θρησκεία) που έχει σχέση ή αναφέρεται στην αίρεση του Αρείου, στις απόψεις του ή στους οπαδούς της
  2. (αθλητισμός) που σχετίζεται με την ομάδα του Άρη, ανήκει σ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή
  3. που έχει σχέση με τον πλανήτη Άρη, ανήκει σ’ αυτόν ή (φανταστικά) κατάγεται απ’ αυτόν
    (ουσιαστικοποιημένο) αρειανός (θηλυκό: αρειανή)

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]