αρεσκιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αρεσκιά θηλυκό

  1. το να είναι κάτι ευχάριστο
    Το βρήκε πολύ της αρεσκιάς της. - Της άρεσε πολύ.

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Για περισσότερα, δείτε τη λέξη αρέσκεια.