αριβισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αριβισμός αριβισμοί
γενική αριβισμού αριβισμών
αιτιατική αριβισμό αριβισμούς
κλητική αριβισμέ αριβισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αριβισμός < γαλλική arrivisme < arriver + -isme < λατινική ripa < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *rei-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αριβισμός αρσενικό

  • τάση για γρήγορη ανάδειξη με τη χρήση οποιουδήποτε μέσου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]