αριστερά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αριστερά (επίρρημα) < αριστερός
αριστερά (ουσιαστικό) < από τη θέση που κάθονταν, κατά τη Γαλλική Επανάσταση του 1789, εκείνοι οι οποίοι επεδίωκαν τον περιορισμό της βασιλικής εξουσίας και την ενίσχυση της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης

Επίρρημα[επεξεργασία]

αριστερά

  1. (τοπικό) σε αριστερή θέση ως προς τον παρατηρητή
    πήγαινε ίσια και μετά στρίψε αριστερά
  2. (πολιτική) με αριστερές θέσεις

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αριστερά θηλυκό, μόνο στον ενικό και Αριστερά

  1. το σύνολο των ομάδων, ατόμων ή κομμάτων που, θεωρητικά, έχουν πολιτικές πεποιθήσεις οι οποίες προσβλέπουν στη μεταρρύθμιση της κοινωνίας προς μία κατεύθυνση η οποία να μειώνει τις αντιθέσεις και να μην θεωρεί την καθιερωμένη τάξη πραγμάτων σαν αυταπόδεικτη

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

αριστερά