αριστοκρατία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αριστοκρατία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀριστοκρατία
- (κοινωνική τάξη) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική aristocratie < λατινική aristocratia < ἀριστοκρατία[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.ɾi.sto.kɾaˈti.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐ρι‐στο‐κρα‐τί‐α
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αριστοκρατία θηλυκό
- (ιστορία) πολίτευμα στο οποίο εξουσιάζουν οι άριστοι με την αρχαία έννοια της λέξης, δηλαδή οι ευγενείς
Στις πόλεις-κράτη οι βασιλείς μοίρασαν ειρηνικά την εξουσία τους και σε άλλους εγκαθιδρύοντας την αριστοκρατία στη θέση της βασιλείας.
- ανώτερη κοινωνική τάξη, οι ευγενείς μιας περιοχής
Η αριστοκρατία της Αγγλίας περιλαμβάνει πολλούς τίτλους όπως κύριος, δούκας, βαρώνος, λόρδος και άλλους.- ※ Τον πλούτο υπόπτου προελεύσεως, την τρυφηλή ζωή, όλους εκείνους του ρεπεσκέδες ... οι οποίοι επί χρόνια και ζαμάνια θησαύριζαν στύβοντας την πατρίδα και παρίσταναν από πάνω και την αριστοκρατία (Χρήστος Χωμενίδης, Ξέρει η πάπια πού είναι η λίμνη, εκδ. Πατάκης, 2024)
- οι σημαντικοί εν ζωή άνθρωποι ενός επαγγελματικού, καλλιτεχνικού, πνευματικού ή άλλου χώρου
Στη χθεσινή πρεμιέρα συμμετείχε όλη η αριστοκρατία του Χόλιγουντ.
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη αριστοκράτης
Σημειώσεις
[επεξεργασία]Κατά τον Αριστοτέλη η ολιγαρχία είναι παρέκβαση της αριστοκρατίας και όταν ο εξουσιάζων ή οι εξουσιάζοντες αποβλέπουν στο ίδιο συμφέρον του ενός ή των ολίγων ή των πολλών, [όχι στο κοινό συμφέρον] τότε έχουμε παρεκβάσεις από τα σωστά πολιτεύματα(πολιτεία): «ὅταν μὲν ὁ εἷς ἢ οἱ ὀλίγοι ἢ οἱ πολλοὶ πρὸς τὸ κοινὸν συμφέρον ἄρχωσι, ταύτας μὲν ὀρθὰς ἀναγκαῖον εἶναι τὰς πολιτείας, τὰς δὲ πρὸς τὸ ἴδιον ἢ τοῦ ἑνὸς ἢ τῶν ὀλίγων ἢ τοῦ πλήθους παρεκβάσεις..» Αριστοτέλης Γ΄ 1279a - 1279 26-28
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αριστοκρατία
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αριστοκρατία - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιστορία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)