Μετάβαση στο περιεχόμενο

αριστοφανικός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
Wikipedia logo
Wikipedia logo
Η Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα:
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αριστοφανικός η αριστοφανική το αριστοφανικό
      γενική του αριστοφανικού της αριστοφανικής του αριστοφανικού
    αιτιατική τον αριστοφανικό την αριστοφανική το αριστοφανικό
     κλητική αριστοφανικέ αριστοφανική αριστοφανικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αριστοφανικοί οι αριστοφανικές τα αριστοφανικά
      γενική των αριστοφανικών των αριστοφανικών των αριστοφανικών
    αιτιατική τους αριστοφανικούς τις αριστοφανικές τα αριστοφανικά
     κλητική αριστοφανικοί αριστοφανικές αριστοφανικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αριστοφανικός < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα Ἀριστοφανικός[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.ɾi.sto.fa.niˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αριστοφανικός

Επίθετο

[επεξεργασία]

αριστοφανικός, -ή, -ό

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. αριστοφανικός, σελ.150, Τόμος Α΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου