αρκιέμαι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aɾˈce.me/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : αρ‐κιέ‐μαι
Ρήμα
[επεξεργασία]αρκιέμαι
- (δημοτική) άλλη μορφή του αρκούμαι
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]αρκιέμαι
- (δημοτική) παθητική φωνή του ρήματος αρκώ, άλλη μορφή του αρκούμαι
Κλίση
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη αρκώ
Πηγές
[επεξεργασία]- αρκώ - Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας