Μετάβαση στο περιεχόμενο

αρκιέμαι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aɾˈce.me/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αρκιέμαι

αρκιέμαι

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

αρκιέμαι

  •  δείτε τη λέξη αρκώ