αρκουδιάρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αρκουδιάρα αρκουδιάρες
γενική αρκουδιάρας αρκουδιάρων
αιτιατική αρκουδιάρα αρκουδιάρες
κλητική αρκουδιάρα αρκουδιάρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρκουδιάρα < αρκουδιάρης + κατάληξη θηλυκού

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αρκουδιάρα θηλυκό

  1. (σπάνιο) θηλυκό του αρκουδιάρης, άλλη μορφή του αρκουδιάρισσα
  2. (μεταφορικά) άξεστη γυναίκα
  3. (μεταφορικά) πανάσχημη γυναίκα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]