αρκτικόλεξο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: Κατηγορία:Αρκτικόλεξα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αρκτικόλεξο αρκτικόλεξα
γενική αρκτικολέξου
& αρκτικόλεξου
αρκτικολέξων
& αρκτικόλεξων
αιτιατική αρκτικόλεξο αρκτικόλεξα
κλητική αρκτικόλεξο αρκτικόλεξα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρκτικόλεξο < αρκτικός + λέξη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /aɾ.kti.ˈkɔ.lɛ.ksɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αρκτικόλεξο ουδέτερο

  • (γλωσσολογία) συντομευμένη μορφή ενός πολυλεκτικού όρου ή ονόματος (π.χ. επωνυμίας) που σχηματίζεται από τα αρχικά γράμματα ή από ορισμένες συλλαβές του πλήρους όρου ή ονόματος και προφέρεται με διαδοχική απαγγελία των ονομάτων των γραμμάτων του
    Δ.Σ.: (δέλτα σίγμα)
    Ι.Χ.: (γιώτα χι)
    Φ.Π.Α.: (φι πι άλφα ή φι-πι-α)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]