αρκτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ἀρκτικός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αρκτικός αρκτική αρκτικό
γενική αρκτικού αρκτικής αρκτικού
αιτιατική αρκτικό αρκτική αρκτικό
κλητική αρκτικέ αρκτική αρκτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αρκτικοί αρκτικές αρκτικά
γενική αρκτικών αρκτικών αρκτικών
αιτιατική αρκτικούς αρκτικές αρκτικά
κλητική αρκτικοί αρκτικές αρκτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρκτικός < αρχαία ελληνική ἀρκτικός < ἄρκτος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αρκτικός -ή -ό

  • που ζει στη περιοχή των άρκτων, ο παγερός και κρύος ή πολικός. Παλιότερα σήμαινε γενικά τον βόρειο, αλλά σήμερα προσδιορίζει ειδικά εκείνον που σχετίζεται με το Βόρειο Πόλο της γης.
    αρκτικός κύκλος
    κάνει αρκτικό κρύο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]




πτώση ενικός
ονομαστική αρκτικός αρκτική αρκτικό
γενική αρκτικού αρκτικής αρκτικού
αιτιατική αρκτικό αρκτική αρκτικό
κλητική αρκτικέ αρκτική αρκτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αρκτικοί αρκτικές αρκτικά
γενική αρκτικών αρκτικών αρκτικών
αιτιατική αρκτικούς αρκτικές αρκτικά
κλητική αρκτικοί αρκτικές αρκτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρκτικός < ελληνιστική κοινή ἀρκτικός < αρχαία ελληνική ἄρχομαι, παθητική φωνή του ρήματος ἄρχω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αρκτικός, -ή, -ό

  1. άλλη μορφή του αρχικός
  2. (γραμματική) που βρίσκεται στην αρχή
    αντώνυμα: τελικός
    αρκτικό φωνήεν

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

  • αρκτικοί χρόνοι: (γραμματική) οι χρόνοι ενός ρήματος από τους οποίους παράγονται οι υπόλοιποι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]