αρμάζω
Εμφάνιση
Κυπριακά (el-cyp)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αρμάζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἁρμόζω (παντρεύω, αρραβωνιάζω)
Ρήμα
[επεξεργασία]αρμάζω, (παθητική φωνή: αρμάζουμαι)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- αρμάζω - Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου του Δρ. Γιώργου Β. Γεωργίου. Κυπριακή Διάλεκτος @polignosi
- σελ. 471, σελ. 472 - Αθανάσιος Α. Σακελλάριος (1826-1901). Τα Κυπριακά, Τόμος Β΄