αρματολίκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αρματολίκι αρματολίκια
γενική αρματολικιού αρματολικιών
αιτιατική αρματολίκι αρματολίκια
κλητική αρματολίκι αρματολίκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρματολίκι < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αρματολίκι ουδέτερο

  1. (ιστορία): περιφέρεια δράσης ομάδας αρματολών και προστασίας από τους κλέφτες περί το τέλος της τουρκοκρατίας


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]