αρματολός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: αμαρτωλός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αρματολός οι αρματολοί
      γενική του αρματολού των αρματολών
    αιτιατική τον αρματολό τους αρματολούς
     κλητική αρματολέ αρματολοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρματολός < τουρκική martoloz ή < *αρματολόγος [1] < αρματο- + -λόγος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αρματολός αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Η ετυμολογία προτάθηκε από τον Μ. Φιλήντα, Μαύρος Γάτος, 1 (1-6-1919), σ. 7 ([1])