αρματώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρματώνω < μεσαιωνική ελληνική αρματώνω < άρμα < λατινική arma < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂(e)rmos < *h₂er- ‎(ἀραρίσκω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αρματώνω (παθητική φωνή: αρματώνομαι)

  1. εφοδιάζω με όπλα ή άλλο σχετικό υλικό
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: εξοπλίζω, οπλίζω
  2. βάζω σε καράβι τον κατάλληλο εξοπλισμό, εξαρτήματα ή άλλα όργανα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: εξαρτύζω
  3. ετοιμάζω, ξεκινώ, εξοπλίζω για κάποιον λόγο
    αρματώνω τον ανεμόμυλο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]