αρμενίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρμενίζω < μεσαιωνική ελληνική αρμενίζω < ἄρμενον + -ίζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αρμενίζω

  1. ταξιδεύω με ανοιχτά πανιά, πλέω
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ιστιοδρομώ, πλέω
    Τέλος, μετὰ ἔτος καὶ πλέον, ἠκούσθη μία ἀόριστος φήμη ὅτι ὁ Μῶρος διέπραξε φόνον ἐντὸς τοῦ πλοίου, μὲ τὸ ὁποῖον ἀρμένιζε. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα)
  2. (μεταφορικά) ονειροπολώ, αφαιρούμαι

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • Εδώ καράβια χάνονται, βαρκούλες αρμενίζουν: (ειρωνικά) όταν ασχολούμαστε με επουσιώδη και αφήνουμε τα ουσιαστικά
  • Ή στραβός είν’ ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε: (ειρωνικά) για κάτι που κάνουμε λάθος εμείς οι ίδιοι και ρίχνουμε σε άλλον τις ευθύνες

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]