αρμπαρόριζα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: αμπάριζα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αρμπαρόριζα οι αρμπαρόριζες
      γενική της αρμπαρόριζας
    αιτιατική την αρμπαρόριζα τις αρμπαρόριζες
     κλητική αρμπαρόριζα αρμπαρόριζες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρμπαρόριζα < ιταλική erba rosa

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αρμπαρόριζα θηλυκό

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]