αρμυρός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αρμυρός αρμυρή αρμυρό
γενική αρμυρού αρμυρής αρμυρού
αιτιατική αρμυρό αρμυρή αρμυρό
κλητική αρμυρέ αρμυρή αρμυρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αρμυροί αρμυρές αρμυρά
γενική αρμυρών αρμυρών αρμυρών
αιτιατική αρμυρούς αρμυρές αρμυρά
κλητική αρμυροί αρμυρές αρμυρά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρμυρός < μεσαιωνική ελληνική αρμυρός < αρχαία ελληνική ἁλμυρός, με μετατροπή του "λ" σε "ρ"

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αρμυρός -ή -ό και αλμυρός

  1. άλλη μορφή του αλμυρός