αρμόδιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αρμόδιος αρμόδια αρμόδιο
γενική αρμόδιου αρμόδιας αρμόδιου
αιτιατική αρμόδιο αρμόδια αρμόδιο
κλητική αρμόδιε αρμόδια αρμόδιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αρμόδιοι αρμόδιες αρμόδια
γενική αρμόδιων αρμόδιων αρμόδιων
αιτιατική αρμόδιους αρμόδιες αρμόδια
κλητική αρμόδιοι αρμόδιες αρμόδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρμόδιος < αρχαία ελληνική ἁρμόδιος < ἁρμόζω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /aɾ.ˈmɔ.ði.ɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αρμόδιος

  1. που έχει επίσημα αναλάβει έναν τομέα, μια ευθύνη, μια υπηρεσία
    Για την έκδοση διαβατηρίου απευθυνθείτε παρακαλώ στο αρμόδιο γραφείο. Εμείς εδώ ασχολούμαστε με τις ταυτότητες.
    • (ως ουσιαστικό)
      για τα παράπονά σας απευθυνθείτε στους αρμοδίους

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]