αρμόζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρμόζω < αρχαία ελληνική ἁρμόζω < ἁρμόττω < ἁρμός < ἀραρίσκω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂er- (συνδέω, ταιριάζω, τοποθετώ μαζί)

===Open book 01.svg Ρήμα===ḇẹḘḠ

  1. (συνήθως στο γ' πρόσωπο') ταιριάζω, είμαι ο κατάλληλος από ηθική άποψη.
  2. προσαρμόζομαι, συνταιριάζομαι.
    αυτά τα λόγια δεν αρμόζουν σε έναν νέο άνθρωπο.

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]