αρνάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αρνάκι αρνάκια
γενική
αιτιατική αρνάκι αρνάκια
κλητική αρνάκι αρνάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρνάκι < αρνί + κατάληξη υποκοριστικού -άκι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αρνάκι ουδέτερο

  1. το μικρό αρνί
  2. (συνεκδοχικά) κρέας από μικρό αρνί
  3. (μεταφορικά) πολύ αθώος και άκακος άνθρωπος

Nuvola apps noatun.png Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • κάνω κάποιον αρνάκι: μετατρέπω κάποιον σε ήρεμο, υπάκουο και ήσυχο άνθρωπο
  • αρνάκι του Θεού: πιο έντονος χαρακτηρισμός για ήρεμο, υπάκουο και ήσυχο άνθρωπο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]