Μετάβαση στο περιεχόμενο

αρνησίθεος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αρνησίθεος η αρνησίθεη το αρνησίθεο
      γενική του αρνησίθεου της αρνησίθεης του αρνησίθεου
    αιτιατική τον αρνησίθεο την αρνησίθεη το αρνησίθεο
     κλητική αρνησίθεε αρνησίθεη αρνησίθεο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αρνησίθεοι οι αρνησίθεες τα αρνησίθεα
      γενική των αρνησίθεων των αρνησίθεων των αρνησίθεων
    αιτιατική τους αρνησίθεους τις αρνησίθεες τα αρνησίθεα
     κλητική αρνησίθεοι αρνησίθεες αρνησίθεα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αρνησίθεος < (λόγιο δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀρνησίθεος, μορφολογικά αναλύεται αρνησί- + θεός[1]

Επίθετο

[επεξεργασία]

αρνησίθεος, -η, -ο

  • (σπάνιο) που αρνείται την ύπαρξη του θεού
      Ο συγγραφέας Μαρκ Σεν Ζερμέν, εξπέρ της ιστορικής μυθοπλασίας, δεν ήταν ο πρώτος που φαντάστηκε μια πιθανή συνάντηση ανάμεσα στον Εβραίο θεμελιωτή της ψυχανάλυσης και συνεπή αρνησίθεο Σίγκμουντ Φρόιντ και στον θρυλικό Ιρλανδό συγγραφέα, ακαδημαϊκό και περιβόητο χριστιανό απολογητή Σι Ες Λιούις. (Μια ευήλια αντιπαράθεση, philenews.com, 18/7/2025 )
      Στα μεγάλα βάσανα, ατομικά και συλλογικά, ο νους πολλών ανθρώπων, ίσως των περισσότερων, στρέφεται προς τα πάνω – ή προς τα μέσα, βαθιά, το ίδιο είναι. Και του πιστού ο νους και του αγνωστικιστή και του δύσπιστου και του αρνησίθεου. Του επιστήμονα και του απαίδευτου. Του φτωχού και του πλούσιου. (Η αγία Κορώνα, ο άγιος Αυξίβιος και η πανδημία, Κυθηραϊκά, 14/4/2020 )

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.