αρνησιδικία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αρνησιδικία αρνησιδικίες
γενική αρνησιδικίας αρνησιδικιών
αιτιατική αρνησιδικία αρνησιδικίες
κλητική αρνησιδικία αρνησιδικίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρνησιδικία < άρνηση + -δικία (< δίκη)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αρνησιδικία θηλυκό

  1. η άρνηση έκδοσης δικαστικής απόφασης ή η αδυναμία έκδοσής της λόγω εγγενών αδυναμιών του συστήματος απονομής δικαιοσύνης


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]